Μετάβαση στο περιεχόμενο

two-way

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
two-way < two + way

Επίθετο

[επεξεργασία]

two-way (en) (χωρίς παραθετικά)

  • διπλής κατεύθυνσης, που κινείται σε δύο διαφορετικές κατευθύνσεις· που επιτρέπει σε κάτι να κινείται προς δύο διαφορετικές κατευθύνσεις
    παράδειγμα  The main avenue is a two-way street.
    Η κύρια λεωφόρος είναι οδός διπλής κατεύθυνσης.
     αντώνυμα: one-way