tyłek

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

tyłek < υποκοριστικό του tył + (κατάληξη υποκοριστικού) -ek

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈtɨwɛk/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tyłek (pl) αρσενικό

  1. ο πισινός, τα οπίσθια