ułamkowy

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ułamkowy (pl) < ułamek (pl)

Επίθετο[επεξεργασία]

ułamkowy (pl)