udo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

udo (pl) ουδέτερο

  1. το μπούτι, ο μηρός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]