unaffordable
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- unaffordable < un- + affordable
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | unaffordable |
| συγκριτικός | more unaffordable |
| υπερθετικός | most unaffordable |
unaffordable (en)
- απρόσιτος ως προς την τιμή
Housing prices have become unaffordable for young people.
- Οι τιμές των ακινήτων έχουν γίνει απρόσιτες για τους νέους.
- ≠ αντώνυμα: affordable