unary

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

unary (en)

  1. (μαθηματικά) μοναδιαίος
    A unary predicate P(x) has only one free variable (Ένα μοναδιαίο κατηγόρημα P(x) έχει μόνο μία ελεύθερη μεταβλητή)

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]