unborn
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- unborn < μέση αγγλική unborn < αγγλοσαξονική unboren. Μορφολογικά αναλύεται σε un- + born
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]unborn (en)