unbound

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

unbound (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος bind

Επίθετο[επεξεργασία]

unbound (en)

  1. μη δεσμευμένος
  2. άδετος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]