uncomfortable
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | uncomfortable |
| συγκριτικός | more uncomfortable |
| υπερθετικός | most uncomfortable |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- uncomfortable < un- + comfortable
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ʌnˈkʌmf.tə.bəl/
- ⓘ
Επίθετο
[επεξεργασία]uncomfortable (en)
- άβολος, για ρούχα, έπιπλα κτλ. που δεν μου επιτρέπουν να νιώθω σωματικά άνετα
an uncomfortable chair - άβολη καρέκλα
The headphones can be uncomfortable to wear.
- Τα ακουστικά μπορεί να είναι άβολα όταν τα φοράς.
- άβολος, όχι σωματικά χαλαρή, ζεστή κτλ.
I was sitting in an extremely uncomfortable position.
- Καθόμουν σε μια εξαιρετικά άβολη στάση.
It was uncomfortable to walk for long periods of time.
- Ήταν άβολο να περπατάς για πολλή ώρα.
She still finds it uncomfortable to stand without support.
- Ακόμα της είναι άβολο να στέκεται χωρίς στήριγμα.
- άβολα, άβολος, αμήχανος, δυσάρεστος, νιώθω άγχος, ντροπή ή φόβο και ανίκανος να χαλαρώσω· που με κάνει να νιώθω έτσι
He felt very uncomfortable among so many unfamiliar people.
- Αισθανόταν πολύ άβολα ανάμεσα σε τόσους άγνωστους ανθρώπους.
She felt uncomfortable with the way George looked at her.
- Ένιωσε άβολα με τον τρόπο που την κοιτούσε ο Γιώργος.
They are uncomfortable with the idea of a military assault.
- Νιώθουν άβολα με την ιδέα μιας στρατιωτικής επίθεσης.
She was always a little uncomfortable about being photographed.
- Πάντα ένιωθε λίγο άβολα όταν τη φωτογράφιζαν.
It is very uncomfortable to have to admit that.
- Είναι πολύ άβολο να πρέπει να το παραδεχτείς.
After his comment, there was an uncomfortable silence.
- Μετά το σχόλιό του, έπεσε μια αμήχανη σιωπή.
The film is often very uncomfortable to watch.
- Η ταινία είναι συχνά πολύ δυσάρεστη όταν τη βλέπεις.
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- uncomfortable - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 2. ISBN 9780194325684., λήμμα: άβολος