Μετάβαση στο περιεχόμενο

uncomfortable

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός uncomfortable
συγκριτικός more uncomfortable
υπερθετικός most uncomfortable

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
uncomfortable < un- + comfortable

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʌnˈkʌmf.tə.bəl/
 

Επίθετο

[επεξεργασία]

uncomfortable (en)

  1. άβολος, για ρούχα, έπιπλα κτλ. που δεν μου επιτρέπουν να νιώθω σωματικά άνετα
    παράδειγμα  an uncomfortable chair - άβολη καρέκλα
    παράδειγμα  The headphones can be uncomfortable to wear.
    Τα ακουστικά μπορεί να είναι άβολα όταν τα φοράς.
  2. άβολος, όχι σωματικά χαλαρή, ζεστή κτλ.
    παράδειγμα  I was sitting in an extremely uncomfortable position.
    Καθόμουν σε μια εξαιρετικά άβολη στάση.
    παράδειγμα  It was uncomfortable to walk for long periods of time.
    Ήταν άβολο να περπατάς για πολλή ώρα.
    παράδειγμα  She still finds it uncomfortable to stand without support.
    Ακόμα της είναι άβολο να στέκεται χωρίς στήριγμα.
  3. άβολα, άβολος, αμήχανος, δυσάρεστος, νιώθω άγχος, ντροπή ή φόβο και ανίκανος να χαλαρώσω· που με κάνει να νιώθω έτσι
    παράδειγμα  He felt very uncomfortable among so many unfamiliar people.
    Αισθανόταν πολύ άβολα ανάμεσα σε τόσους άγνωστους ανθρώπους.
    παράδειγμα  She felt uncomfortable with the way George looked at her.
    Ένιωσε άβολα με τον τρόπο που την κοιτούσε ο Γιώργος.
    παράδειγμα  They are uncomfortable with the idea of a military assault.
    Νιώθουν άβολα με την ιδέα μιας στρατιωτικής επίθεσης.
    παράδειγμα  She was always a little uncomfortable about being photographed.
    Πάντα ένιωθε λίγο άβολα όταν τη φωτογράφιζαν.
    παράδειγμα  It is very uncomfortable to have to admit that.
    Είναι πολύ άβολο να πρέπει να το παραδεχτείς.
    παράδειγμα  After his comment, there was an uncomfortable silence.
    Μετά το σχόλιό του, έπεσε μια αμήχανη σιωπή.
    παράδειγμα  The film is often very uncomfortable to watch.
    Η ταινία είναι συχνά πολύ δυσάρεστη όταν τη βλέπεις.

Αντώνυμα

[επεξεργασία]