Μετάβαση στο περιεχόμενο

unconventional

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός unconventional
συγκριτικός more unconventional
υπερθετικός most unconventional

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
unconventional < un- + conventional

Επίθετο

[επεξεργασία]

unconventional (en)

  • αντισυμβατικός
    παράδειγμα  an unconventional outfit - αντισυμβατικό ντύσιμο
    παράδειγμα  an unconventional theory - αντισυμβατική θεωρία

Σύνθετα

[επεξεργασία]