Μετάβαση στο περιεχόμενο

underemployment

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
underemployment < under- + employment

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

underemployment (en) (μη μετρήσιμο)