underlie

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: underlay

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

underlie (en)

  1. αποτελώ το υπόβαθρο, αποτελώ τη βάση, θεμελιώνω
  2. βρίσκομαι από κάτω