Μετάβαση στο περιεχόμενο

understate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας understate
γ΄ ενικό ενεστώτα understates
αόριστος understated
παθητική μετοχή understated
ενεργητική μετοχή understating

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
understate < under- + state

understate (en)

  • δηλώνω μειωμένο, δηλώνω ότι κάτι είναι μικρότερο, λιγότερο σημαντικό ή λιγότερο σοβαρό από ό,τι πραγματικά είναι
    παράδειγμα  He refused on principle to understate his income.
    Αρνήθηκε από θέμα αρχής να δηλώσει μειωμένο εισόδημα.