understate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | understate |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | understates |
| αόριστος | understated |
| παθητική μετοχή | understated |
| ενεργητική μετοχή | understating |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]understate (en)
- δηλώνω μειωμένο, δηλώνω ότι κάτι είναι μικρότερο, λιγότερο σημαντικό ή λιγότερο σοβαρό από ό,τι πραγματικά είναι
He refused on principle to understate his income.
- Αρνήθηκε από θέμα αρχής να δηλώσει μειωμένο εισόδημα.