Μετάβαση στο περιεχόμενο

underweight

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός underweight
συγκριτικός more underweight
υπερθετικός most underweight

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
underweight < under- + weight

Επίθετο

[επεξεργασία]

underweight (en)

  • λιποβαρής
    παράδειγμα  Someone underweight isn't necessarily unhealthy.
    Το να είναι κάποιος λιποβαρής δεν είναι απαραίτητα ανθυγιεινό.