unequivocally

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

unequivocally < unequivocal

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

unequivocally (en)

  1. χωρίς να υπάρχει κάτι άλλο όμοιο
  2. ξεκάθαρα, χωρίς περιθώρια για άλλη ερμηνεία ή αντίρρηση, κατηγορηματικά