unfamiliar
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | unfamiliar |
| συγκριτικός | more unfamiliar |
| υπερθετικός | most unfamiliar |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]unfamiliar (en)
- άγνωστος, που δεν γνωρίζω
The word was unfamiliar to me, but I understood what it meant from the context.
- Η λέξη μου ήταν άγνωστη, αλλά κατάλαβα τι σήμαινε από τα συμφραζόμενα.
- (unfamiliar with) ανεξοικείωτος με κάτι, μην εξοικειωμένος με κάτι, που δεν έχει εξοικειωθεί με κάτι
We are unfamiliar with new technologies.
- Είμαστε ανεξοικείωτοι με τις νέες τεχνολογίες.
He is unfamiliar with the internet.
- Δεν είναι εξοικειωμένος με το διαδίκτυο.
I’m unfamiliar with Greek poetry.
- Δεν είμαι εξοικειωμένη με την ελληνική ποίηση.