Μετάβαση στο περιεχόμενο

unifamiliale

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
unifamiliale unifamiliales

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

unifamiliale (fr) θηλυκό

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

unifamiliale (fr)

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη famille