uniflore

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό uniflore uniflores
θηλυκό unifloree uniflorees

uniflore (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (βοτανική) που φέρει ένα μόνο άνθος

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]