uninominal

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό uninominal uninominaux
θηλυκό uninominale uninominales

uninominal (fr)

  1. που έχει ή φέρει ένα μόνο όνομα
    bulletin uninominal - ψηφοδέλτιο με ένα μόνο όνομα