unintentional
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- unintentional < un- + intentional
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | unintentional |
| συγκριτικός | more unintentional |
| υπερθετικός | most unintentional |
unintentional (en)
- ακούσιος, αθέλητος, που γίνεται χωρίς πρόθεση και κατά λάθος
The mistake was unintentional.
- Το λάθος ήταν ακούσιο.
He caused unintentional damage to the car.
- Προκάλεσε ακούσια ζημιά στο αυτοκίνητο.
- ≈ συνώνυμα: inadvertent, involuntary και unintended