Μετάβαση στο περιεχόμενο

unlistenable

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός unlistenable
συγκριτικός more unlistenable
υπερθετικός most unlistenable

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
unlistenable < un- + listenable

Επίθετο

[επεξεργασία]

unlistenable (en)

  • που δεν ακούγεται, δεν γίνομαι ανεκτός όταν κάποιος με ακούει
    παράδειγμα  This music is unlistenable.
    Αυτή η μουσική δεν ακούγεται.