unmoving
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]unmoving (en) (χωρίς παραθετικά, επίσημο)
- ακίνητος, που δεν κινείται
The guard is standing unmoving.
- Ο φρουρός στέκει ακίνητος.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη stationary