unpaid

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

unpaid (en)

  • απλήρωτος, που δεν έχει πληρωθεί για τη δουλειά που έκανε