unusual
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | unusual |
| συγκριτικός | more unusual |
| υπερθετικός | most unusual |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]unusual (en)
- ασυνήθιστος, ασυνήθης, όχι πολύ συχνός
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- extraordinary (ισχυρότερο)