Μετάβαση στο περιεχόμενο

unusual

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός unusual
συγκριτικός more unusual
υπερθετικός most unusual

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
unusual < un- + usual

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

unusual (en)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]