Μετάβαση στο περιεχόμενο

unvaccinated

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
unvaccinated < un- + vaccinated

Επίθετο

[επεξεργασία]

unvaccinated (en) (χωρίς παραθετικά)

  • ανεμβολίαστος
    παράδειγμα  How many days should vaccinated and unvaccinated people remain in isolation?
    Πόσες μέρες πρέπει να παραμένουν εμβολιασμένοι και ανεμβολίαστοι σε απομόνωση;