Μετάβαση στο περιεχόμενο

unverbindlich

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]

unverbindlich (de)

  1. που γίνεται χωρίς υποχρέωση

Επίρρημα

[επεξεργασία]

unverbindlich (de)

  1. χωρίς υποχρέωση
    testen Sie es unverbindlich - δοκιμάστε το χωρίς (καμία) υποχρέωση