Μετάβαση στο περιεχόμενο

unvollständig

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]

unvollständig (de)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]