Μετάβαση στο περιεχόμενο

unwanted

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός unwanted
συγκριτικός more unwanted
υπερθετικός most unwanted

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
unwanted < un- + wanted

Επίθετο

[επεξεργασία]

unwanted (en)

  • ανεπιθύμητος, που δεν θέλω
    παράδειγμα  unwanted visits - ανεπιθύμητες επισκέψεις
    παράδειγμα  an unwanted meeting - ανεπιθύμητη συνάντηση