up to
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]up to (en) (ιδιωματισμός)
- μέχρι, ίσαμε, έως ότου, ως έσχατο όριο αριθμών, επιπέδων κτλ.
The distance is up to ten miles.
- Η απόσταση είναι μέχρι δέκα μίλια.
Up to how much do they have available?
- Μέχρι πόσο διαθέτουν;
He looked up to fifty years old.
- Μέχρι πενηντάρης φαινότανε.
It reached up to the sky.
- Έφτανε ίσαμε τον ουρανό.
- μέχρι, ίσαμε, ούτε πιο μακριά ούτε αργότερα από κάτι
- μέχρι, τόσο σπουδαίος ή τόσο καλός όσο κάτι
He only managed to make it up to the level of captain.
- Μέχρι λοχαγός μόνο κατάφερε να γίνει.