Μετάβαση στο περιεχόμενο

used to

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
used to <  δείτε τις λέξεις used και to

Επίθετο

[επεξεργασία]

used to (en) (χωρίς παραθετικά)

  • συνηθισμένος να/σε
    παράδειγμα  I am not used to getting up early.
    Δεν είμαι συνηθισμένος να σηκώνομαι νωρίς.
    παράδειγμα  I am not used to being spoken to like that.
    Δεν είμαι συνηθισμένος να μου μιλάνε έτσι.
    παράδειγμα  I am used to danger/used to hunger/used to hardships.
    Είμαι συνηθισμένος στον κίνδυνο/συνηθισμένος στην πείνα/συνηθισμένος στις κακουχίες.

used to (en)

  • (αμετάβατο, modal verb, + απαρέμφατο) χρησιμοποιείται για να δηλώσει μια πράξη που έγινε συνήθως στο παρελθόν. Είναι αντίστοιχο με τον ελληνικό παρατατικό).
    παράδειγμα  As a child, you used to eat a lot of vegetables (=you were eating a lot of vegetables).
    Σαν παιδί, έτρωγες πολλά λαχανικά.
    παράδειγμα  Before I bought a car, I used to walk everywhere.
    Πριν αγοράσω αυτοκίνητο, πήγαινα παντού με τα πόδια.
    παράδειγμα  Before he moved to France, we used to talk every day.
    Πριν μετακομίσει στη Γαλλία, μιλούσαμε καθημερινά.
    παράδειγμα  Did not you use to play soccer?/Didn't you use to play soccer?
    Δεν έπαιζες ποδόσφαιρο;

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • χρησιμοποιείται το ρήμα did (ως auxiliary verb) + το επίρρημα not σε αρνητικές προτάσεις, συχνά με τη μορφή didn't
  • σε προτάσεις με did (ως auxiliary verb), use to θεωρείται η σωστή μορφή
    παράδειγμα  Didn't you use to used to play soccer?