utilisation
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| utilisation | utilisations |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]utilisation (fr) θηλυκό
- η χρησιμοποίηση, η χρήση
| ενικός | πληθυντικός |
| utilisation | utilisations |
utilisation (fr) θηλυκό