uzorajto

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

uzorajto < uzo + rajto

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική uzorajto uzorajtoj
αιτιατική uzorajton uzorajtojn

uzorajto (eo)

  1. (πληροφορική) (συνήθως στον πληθυντικό) τα δικαιώματα του χρήστη