uzun

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

uzun (tr)

  1. μακρύς
    yol uzun - ο δρόμος είναι μακρύς
  2. ψηλός

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]