vénère

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: vénéré

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

vénère, verlan του énervé

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ve.nɛʁ/

Επίθετο[επεξεργασία]

vénère (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Je comprends que tu sois vénère. - Καταλαβαίνω ότι είσαι τσατισμένος.

Άλλες γραφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

vénère (fr)

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Αναγραμματισμοί[επεξεργασία]