Μετάβαση στο περιεχόμενο

vénalité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

vénalité (fr) θηλυκό

  1. το ξεπούλημα ενός αγαθού, μιας υπηρεσίας, κλπ., για ανήθικους λόγους
  2. ο χαρακτήρας ενός τέτοιου ανθρώπου