vacă

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

vacă (ro) θηλυκό

  1. αγελάδα
  2. de vacă
    1. αγελαδίσιος
    2. αγελαδινός