vacation

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vəˈkeɪʃn/ ή /vəˈkeɪʃən/ (ΗΒ), (ΗΠΑ)
ΔΦΑ : /veɪˈkeɪʃn/ ή /veɪˈkeɪʃən/ (ΗΠΑ)
 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

vacation (en)

  1. (ΗΠΑ) οι διακοπές
     συνώνυμα: holiday (ΗΒ)
  2. (ΗΠΑ) (νομικός όρος) η ακύρωση, η κατάργηση, η ανάκληση
     συνώνυμα: annulment , revocation
  3. η ενέργεια του ρήματος vacate: η εκκένωση, το να φεύγεις από κάπου και να αφήνεις ένα χώρο κενό, διαθέσιμο
    The Conservative Party’s vacation of the centre ground gave an opportunity to its opponents.
    λείπει η μετάφραση
  4. η περίοδος των διακοπών για τα δικαστήρια και τα πανεπιστήμια
     συνώνυμα: holiday (ΗΒ)

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • Στο Ηνωμένο Βασίλειο οι διακοπές αποδίδονται με τον όρο holiday. Στις ΗΠΑ ο όρος holiday κανονικά σημαίνει μία μόνο ημέρα. Π.χ, many companies give two holiday days at Thanksgiving.
  • Στον Καναδά και την Αυστραλία, χρησιμοποιούνται και οι δύο όροι vacation και holiday για να αποδώσουν την έννοια των διακοπών.

Ρήμα[επεξεργασία]

vacation (en)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /va.ka.sjɔ̃/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
vacation vacations

vacation (fr) θηλυκό

  1. ο χρόνος που αφιερώνεται από τη δικαιοσύνη, από τους εμπειρογνώμονες, στη μελέτη μιας υπόθεσης ή την εκτέλεση μιας πράξης
  2. (κατ' επέκταση) ο περιορισμένος χρόνος κατά τον οποίο κάποιος αναλαμβάνει, σαν αντικαταστάτης, την εκπλήρωση μιας λειτουργίας ή ενός καθήκοντος

Δείτε επίσης[επεξεργασία]