vacca

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

vacca < λατινική < vacca

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
vacca vacche

vacca (it)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

  1. vaccaio
  2. vaccaro
  3. vaccherella
  4. vaccheria
  5. vacchetta
  6. vaccino

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

vacca < σανκριτικά < Vaca

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

vacca (la)