Μετάβαση στο περιεχόμενο

vaccinée

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
vaccinée vaccinées

vaccinée (fr)