vacuum

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

vacuum < λατινική vacuum < vacuus < vacare

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

vacuum (en)

  • το κενό (χώρος χωρίς ύλη)

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

  • vacuum-packed: συσκευασμένος εν κενώ



Vexilloid of the Roman Empire.svg Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

vacuum <vacue-facio= κενώ γ΄ συζ.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

vacuum κενό, άνευ κυρίου, αδέσποτο, χηρεύων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

  • vacuum re ή ab re έρημος, γυμνός από κάτι
  • vacuum animus, νους αππαλαγμένος από φροντίδες
  • vacuum aures, μτφ. αυτιά αναπεπταμένα
  • vacuum civitas, πόλη σχολάζουσα, χωρίς πόλεμο
  • vacuum equus, ίππος χωρίς αναβάτη
  • vacuum in vacuum, σε αδέσποτο κτήμα (νομ. όρος)
  • vacuum mulier, άγαμος, χωρίς συζυγο
  • vacuum oppidium, πόλη χωρίς φυλακή
  • vacuum provincia, επαρχία χηρεύουσα

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • a tributis, ελεύθερος, χωρίς δασμούς
  • «domum-am iacio novis nupitis (novo matrimonio), την οικίαν αδειάζω ή ανδρός ή γυναικός (για σύναψη νέου γάμου) νομ. όρος.