vaginal

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

vaginal (en)

  • κολπικός, που αναφέρεται στον γυναικείο κόλπο
    vaginal delivery: φυσιολογικός (κολπικός) τοκετός, σε αντίθεση προς την καισαρική τομή



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

vaginal < vagin + -al

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /va.ʒi.nal/

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό vaginal vaginals
θηλυκό vaginale vaginales

vaginal (fr)