vaillance
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| vaillance | vaillances |
vaillance (fr) θηλυκό
- (λόγιο) η ανδρεία, η γενναιότητα
- η ανδρεία, το κουράγιο κάποιου που δεν φοβάται τη δουλειά, τις δυσκολίες ή τον πόνο, η λεβεντιά