Μετάβαση στο περιεχόμενο

valse

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
valse valses

valse (fr) θηλυκό