value

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

value (en)

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

value (en)

  • εκτιμώ, κρίνω την αξία ή την τιμή ενός πράγματος
  • εκτιμώ, έχω σε εκτίμηση κάτι ή κάποιον, αναγνωρίζω την αξία του

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • value στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια