vanillisme

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
vanillisme vanillismes

vanillisme (fr) αρσενικό

  1. ελαφρά δηλητηρίαση που προκαλείται από την επαφή ή την κατάποση βανίλιας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: vanille