varen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

varen 

Ρήμα[επεξεργασία]

varen (nl) (αόρ. : voer, παθ. μτχ. : gevaren)