Μετάβαση στο περιεχόμενο

varianta

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

varianta (eo)

  • ενεστώτας της επιθετικής ενεργητικής μετοχής του ρήματος varii