Μετάβαση στο περιεχόμενο

varnish

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
varnish varnishes

varnish (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)

  • το βερνίκι
    παράδειγμα  The floors had been stripped and sealed with varnish.
    Τα πατώματα είχαν τριφτεί και σφραγιστεί με βερνίκι.
ενεστώτας varnish
γ΄ ενικό ενεστώτα varnishes
αόριστος varnished
παθητική μετοχή varnished
ενεργητική μετοχή varnishing

varnish (en)

  • (μεταβατικό) βερνικώνω
    παράδειγμα  The carpenter varnished the table to protect it.
    Ο ξυλουργός βερνίκωσε το τραπέζι για να το προστατεύσει.
    παράδειγμα  The floors have already been varnished.
    Τα πατώματα έχουν ήδη βερνικωθεί.
    παράδειγμα  The doors are then stained and varnished.
    Στη συνέχεια, οι πόρτες βάφονται με χρώμα ξύλου και περνιούνται με βερνίκι.