Μετάβαση στο περιεχόμενο

vascularization

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
vascularization vascularizations

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
vascularization < vascular + -ization

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

vascularization (en)