Μετάβαση στο περιεχόμενο

vasoconstriction

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
vasoconstriction vasoconstrictions

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
vasoconstriction < vaso- + constriction

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

vasoconstriction (en)

Αντώνυμα

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

vasoconstriction (fr) θηλυκό